Το νοσοκομείο Meander στο Amersfoort

Το Σάββατο, γύρω στις 11.30 το βράδυ, στο τρένο της επιστροφής από Amersfoort προς Χάγη, μετά από σχεδόν 9 ώρες εφημερίας και 3 ώρες συνολική διάρκεια ταξιδιών και αφού η συνάδελφος, με την οποία δουλεύαμε μαζί, κατέβηκε στον σταθμό της Ουτρέχτης, σκέφτηκα πως είναι μια καλή ευκαιρία να κλείσω λίγο τα μάτια μου και να χαλαρώσω από την ένταση της ημέρας.

Πλατφόρμες του σιδηροδρομικού σταθμού στο Amersfoort

Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου τετάρτου (όσο διαρκεί περίπου η διαδρομή του τρένου από το Amersfoort προς την Ουτρέχτη) είχαμε συζήτηση με την συνάδελφο, στα ελληνικά, σε μια λογική ένταση, διατηρώντας, φυσικά, το μεσογειακό μας ταμπεραμέντο, εκμεταλλευόμενοι πάντα το γεγονός πως βρισκόμασταν σε βαγόνι του τρένου στο οποίο επιτρέπονται οι συνομιλίες.

(Για τα “βαγόνια σιωπής” και το πολιτιστικό σοκ που προκαλούν, σε όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με αυτά, θα σας μιλήσω μια άλλη στιγμή.)

Μόλις λοιπόν, έφυγε από την Ουτρέχτη και λέω να “την πέσω” κι εγώ για το υπόλοιπο 40λεπτο της διαδρομής, ακούω τις δύο κοπέλες (γύρω στα 20-25), που κάθονταν στην διπλανή τετράδα θέσεων του τρένου να μου απευθύνονται.

– Συγνώμη, μιλούσατε καταλανικά μεταξύ σας; με ρωτάει η μία εκ των δύο στα αγγλικά.

Για κάποιον λόγο, χάρηκα, αλλά δεν ήξερα ποιος είναι αυτός.

– Όχι. Γιατί σας ακούστηκαν σαν ισπανικά; της απαντώ

– Όχι ισπανικά. Καταλανικά, με διορθώνει.

– Ελληνικά μιλούσαμε, της απαντώ ξανά και έδειξαν και εκείνη και η φίλη της αρκετά ενθουσιασμένες. Πάλι δεν κατάλαβα τον λόγο.

Για λίγο στην αρχή, η κουβέντα μας κινήθηκε γύρω από το πως ακούγονται τα ελληνικά σε κάποιον ξένο και πως τις περισσότερες φορές δίνουμε την αίσθηση ότι μαλώνουμε όταν εμείς απλώς συνομιλούμε μεταξύ μας.

Έπειτα με ρώτησαν για την καταγωγή μου, και ένιωσα την οικειότητα να τους μιλήσω για το “Μονακό” της Ελλάδας, μέχρι που γυρίζει η μία εξ’ αυτών και μου λέει;

– Στην Σαντορίνη έχεις πάει; κι το βλέμμα της άστραψε αναμένοντας την απάντησή μου.

– Ναι, της απαντώ και θυμήθηκα ακαριαία το ταξίδι στην Σαντορίνη με την παρέα από το σχολείο – τέτοιες μέρες – πριν από 20 χρόνια ακριβώς.

– Είναι, μου λέει, τόσο μαγευτική όσο φαίνεται;

– Είναι, της λέω, αλλά δεν είναι και το μόνο νησί που μπορείς και αξίζει να επισκεφθείς στην Ελλάδα.

Σημειωτέον, πως λόγω της απευθείας πτήσης Ολλανδίας κυρίως με την Κω, σχεδόν δεν υπάρχει Ολλανδός που να μην έχει επισκεφθεί την Κω. Έτσι κι αυτές.

– Ειδικά, όταν δεν θες να σπαταλήσεις τριπλάσια χρήματα για κάτι εξίσου όμορφο ή ίσως και ομορφότερο, της λέω (έχοντας στο νου κάποιες παραλίες της Νότιας Κρήτης…)

– Είναι πολύ τουριστικό νησί; με ρωτάει η φίλη της.

Γνέφω για άλλη μια φορά θετικά αλλά τους εξηγώ ταυτοχρόνως και την διάρκεια της εκτεταμένης τουριστικής περιόδου (στις κανονικές προ πανδημίας εποχές τουλάχιστον) και έδειξαν να αναθαρρούν λίγο.

Πάνω σε αυτό το κομμάτι της συζήτησης μίλησε η μία στην άλλη στα ολλανδικά προσπαθώντας να της μεταφράσει κάτι και της απάντησα κι εγώ στη συνέχεια στα ολλανδικά και είδα και πάλι έκφραση αναθάρρησης, στο μέρος του προσώπου που δεν ήταν καλυμμένο κάτω από την μάσκα.

Έτσι η συζήτηση συνεχίστηκε στα ολλανδικά.

– Η Ελλάδα είχε περάσει μια μεγάλη οικονομική κρίση, πριν κάποια χρόνια, έτσι δεν είναι; ρωτάει στο άσχετο η μία εξ’ αυτών.

– Είναι καλύτερα τα πράγματα τώρα; συνεχίζει και δεν ήξερα από που να ξεκινήσω.

Στα λίγα λεπτά που απέμεναν για να φτάσουμε στον προορισμό μας, προσπάθησα να τους εξηγήσω για το βάθος και την έκταση της κρίσης, για τα ποσοστά ανεργίας (ειδικά σε νέους), για το ότι ο κατώτατος μισθός είναι σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερος από ότι στην Ολλανδία, για τους άστεγους, για την κατάσταση με την διαφθορά και δεν είχαν καν τον χρόνο να μιλήσω για οικογενειοκρατία, για τις μίζες, για τις τράπεζες, τους εφοπλιστές, την εκκλησία, τις ομάδες και και και… μέχρι που με διακόπτει η ίδια κοπέλα, ρωτώντας με, εντελώς αυθόρμητα και ειλικρινά:

– Και πως επιβιώνουν οι άνθρωποι υπό αυτές τις συνθήκες; Πως τα βγάζουν πέρα οικονομικά; για να της εξηγήσω πως δεν τα βγάζουν πέρα (τουλάχιστον 7 στους 10 σήμερα στην Ελλάδα)

Σε κάποια φάση, μου λέει η πρώτη εκ των δύο που μου απευθύνθηκε εξ’ αρχής:

– Η Ελλάδα θεωρείται δημοκρατική χώρα;

Και αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται η Ελλάδα το προσφυγικό ρίχνοντας ταυτόχρονα ευθύνες και στην Ολλανδία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και ειδικά σε όσες αρνούνταν να δεχθούν πρόσφυγες.

– Μεγάλη κουβέντα της λέω… Έχουμε εκλογές κάθε (περίπου) 4 χρόνια, οπότε εάν είναι αυτό το κριτήριο για να χαρακτηρίσεις μια χώρα δημοκρατική, ναι είναι. Αλλά από την άλλη όταν μια χώρα είναι ανελεύθερη οικονομικά, όταν η αστυνομία της διαπράττει η ίδια εγκλήματα κατά των πολιτών και όταν η κυβέρνηση και οι βουλευτές υπονομεύουν την ίδια την κοινωνία, τότε όχι. Απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί δημοκρατική.

Και εδώ πάλι δεν είχα τον χρόνο να μιλήσω για τα ξεπουλημένα ΜΜΕ, για τους ΑΡΔ, τα παπαγαλάκια, την φίμωση σε όλα τα επίπεδα, τον συγκεντρωτισμό της κυβέρνησης, την πλύση εγκεφάλου και τα fake news.

Η φωνή της οδηγού του τρένου ότι φτάνουμε στον προορισμό μας, διέκοψε την ζωντανή συζήτηση. Μαζέψαμε τα πράγματα μας και κατευθυνθήκαμε προς την πόρτα εξόδου.

Η γρήγορη ροή της συζήτησης και η βιαστική εναλλαγή των θεμάτων, δεν μας έδωσαν την ευκαιρία να ανταλλάξουμε ονόματα, αλλά κατά την έξοδο από το τρένο, αυτό το “χάρηκα πολύ που γνωριστήκαμε” και το “tot ziens” του αποχαιρετισμού, ήταν κάτι παραπάνω από τυπικούρα.

Ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ταξίδια με το τρένο που έκανα τελευταία. Συνήθως, πολύ αργά το βράδυ, μετά την δουλειά και κουρασμένος δεν είναι το καταλληλότερο έδαφος για κάτι τέτοιο και χάρηκα ιδιαίτερα που συνέβη ώστε να το μοιραστώ μαζί σας.