Η απολογία Λαγού σημαδεύτηκε από μια βίαιη, κατά μέτωπο επίθεση στο πρόσωπο της Προέδρου Μαρίας Λεπενιώτη. Σηματοδοτεί το σπάσιμο της συναινετικής γραμμής των κατηγορούμενων απέναντι στο δικαστήριο.

Ο Λαγός επέλεξε τη γραμμή της ρήξης, με δεδομένο το πόσο ποινικά εκτεθειμένος βρίσκεται, καθώς το όνομά του εμπλέκεται και στις τρεις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις αλλά και σε πλήθος άλλων συσχετισμένων δικογραφιών. Απευθυνόμενος στην Πρόεδρο, αποκάλεσε τη διαδικασία “ντροπιαστική”“Μας τραβολογάτε εδώ και εξίμισι χρόνια να απολογηθούμε για φωτογραφίες… Τα επιχειρήματα σας είναι έωλα… Κάθεστε τόση ώρα και με ρωτάτε για μηνύματα και τηλέφωνα… Που αλλού θα το κάνατε αυτό; Δεν τολμάτε, γνωρίζετε εδώ και τεσσεράμισι χρόνια (τη σκευωρία), αλλά δεν έχετε το σθένος να αντιδράσετε”. Στις συνεχιζόμενες προσβολές προς τη σύνθεση, η Πρόεδρος απάντησε με ψυχραιμία, ζητώντας από τον κατηγορούμενο να συνεχίσει τον λόγο του, “λίγο πιο ήρεμα”.

Στην ουσία της κατάθεσής του, ο Λαγός έσπασε τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς σε πλήθος ζητημάτων, προτιμώντας να μην παράσχει καταφανώς προσχηματικές και ψευδείς εξηγήσεις, όπως οι υπόλοιποι συγκατηγορούμενοί του στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής. Έτσι, για παράδειγμα, ο Λαγός: α. ενώ μέχρι σήμερα έλεγε ότι τα μηνύματά του με τον Πατέλη δεν αφορούσαν την επίθεση στα μέλη του ΠΑΜΕ, με τον ισχυρισμό ότι είναι σε προγενέστερο χρόνο, σήμερα αποδέχτηκε ότι “το γερό πέσιμο” που “θα φάνε τα κομμούνια” αναφερόταν σε πολιτική δράση της τοπικής Περάματος την οποία και γνώριζε, ισχυριζόμενος βέβαια ότι μιλούσε για… αφίσες. Γνώριζε δηλαδή τη συγκρότηση της ομάδας από τον Πανταζή, που στη συνέχεια έκανε την επίθεση στους αφισοκολλητές του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ. β. Παραδέχτηκε ότι όταν μιλάει στις τηλεφωνικές του κλήσεις για τον Τάσο, αναφέρεται πάντα στον Πανταζή, τον οποίον χαρακτήρισε “ενεργό μέλος της οργάνωσης Περάματος”. γ. Δήλωσε ότι η τηλεφωνική του συνομιλία με τον Δεβελέκο στις 18/9 αφορούσε την αναγνώριση του Ρουπακιά, αντίθετα με τους μέχρις σήμερα ισχυρισμούς ότι “αφορούσε άλλο πρόσωπο και γεγονός”. δ. Ξεκαθάρισε ότι οι κλησεις για “καθάρισμα” του σπιτιού του Μάκη αφορούσαν όντως απόπειρά του να προφυλάξει τη Χρυσή Αυγή από την εύρεση ενοχοποιητικών στοιχείων (όπλων) στα σπίτια των στελεχών.

Ο Λαγός χαρακτήρισε ξανά “περαστικό” τον Ρουπακιά και κάλυψε εμφατικά τον Πατέλη και τη Νίκαια, δηλώνοντας ότι πιστεύει τις εξηγήσεις του πυρηνάρχη της Χρυσής Αυγής για το τι συνέβη το βράδυ της ανθρωποκτονίας Φύσσα (απουσία Πατέλη, αποστολή sms για τρικάκια, κλπ). Στο σημείο αυτό “άδειασε” τη γραμμή της Χρυσής Αυγής και του Μιχαλολιάκου περί κλεισίματος της τοπικής της Νίκαιας και παύσης των υπευθύνων της, όπως αυτή προβλήθηκε από τον μάρτυρα Θανάση Κωνσταντίνου και τον κατηγορούμενο Ηλία Παναγιώταρο. Η φράση του ήταν κατηγορηματική: “Δεν ισχύει αυτός που είπε ο κύριος Παναγιώταρος…”.  Η δήλωση αυτή δημιουργεί πλέον αθεράπευτο πρόβλημα στην υπεράσπιση Μιχαλολιάκου, που είναι αντιμέτωπη με αντιφατικούς ισχυρισμούς από σημαίνοντα στελέχη της ηγεσίας (Λαγός, Παναγιώταρος, Κασιδιάρης, κλπ) για το κεφαλαιώδες ζήτημα της ύπαρξης διαγραφών.

Ο κατηγορούμενος προτίμησε να αποφύγει την κατά μέτωπο επίθεση στον Μιχαλολιάκο. Κάλυψε τον ισχυρισμό Μιχαλολιάκου-Ζαρούλια ότι δεν πληροφορήθηκαν την δολοφονία Φύσσα παρά μόνον το επόμενο μεσημέρι (“εγώ πάντως δεν τον ενημέρωσα”, κατά την κλήση της 00:38) και επιτέθηκε στον Μίχο γιατί “γονάτισε” για να γλιτώσει από τις συνέπειες της ποινικής δίωξης. Χαρακτήρισε την ιεραρχία της Χρυσής Αυγής “συνηθισμένη” και “ανάλογη με ο,τι συμβαίνει σε όλα τα κόμματα”. Φρόντισε ωστόσο να προσθέσει ότι “οι βουλευτές δεν δρούσαν ανεξέλεγκτα, εννοείται μιλάγαμε με τον Αρχηγό μας… το Πολιτικό Συμβούλιο αναφερόταν στον Αρχηγό της Χρυσής Αυγής”. Με τον τρόπο αυτό, ο Λαγός ενέταξε όλες τις ενέργειές του στο πλαίσιο δράσης της οργάνωσης, από την οποία εξάλλου ουδέποτε διαγράφτηκε αλλά αυτοβούλως αποχώρησε λόγω “πολιτικών διαφωνιών”, όπως είπε.

Η απολογία Λαγού αφήνει το πεδίο απολύτως ναρκοθετημένο για την απολογία του Μιχαλολιάκου στις 6 Νοεμβρίου: καλύπτει τη Νίκαια, ξεκαθαρίζει ότι διαγραφές δεν υπήρξαν μετά την ανθρωποκτονία Φύσσα και συνδέει τον Μιχαλολιάκο με τις αξιόποινες πράξεις, αφού ο ίδιος “δεν δρούσε ανεξέλεγκτα”. Το έργο του Μιχαλολιάκου καθίσταται πλέον εξαιρετικά δύσκολο, μέσα σε έναν κυκεώνα αντιφατικών ισχυρισμών.

πηγή: JailGoldenDawn